Μου λέει τις προάλλες ένας καλός μου φίλος,
«κάνεις το λάθος που έκανα κι εγώ παλιότερα. Θεωρείς πως και οι άλλοι είναι σαν και σένα, γι αυτό και πικραίνεσαι. Εμείς μεγαλώσαμε διαφορετικά, με άλλες αξίες. Με ανεπτυγμένα υπέρμετρα το φιλότιμο, το δέσιμο μεταξύ οικογένειας, το δέσιμο μεταξύ συγγενών φίλων και γειτόνων, και την φιλοξενία, που όμοιά της πλέον δεν βρίσκεις πουθενά. Δεν μεγαλώσαμε όλοι ίδια, μην το παραβλέπεις..».
Ναι, είχε δίκιο. Μεγάλο δίκιο.
Τους συγγενείς και τους φίλους μου, θέλω να τους βλέπω, να τους επισκέπτομαι και να με επισκέπτονται ελεύθερα, δίχως προσκλήσεις, δίχως ραντεβού, απρόβλεπτα και απρογραμμάτιστα. Ειδικότερα τους φίλους.
Θέλω να τους τηλεφωνάω και να μου τηλεφωνούν, να μαθαίνω πως είναι, πως περνάνε, αν χρειάζονται κάτι, κι εκείνοι να ενδιαφέρονται για μένα. Όχι φιλίες του κώλου, από συμφέρον.

«Και τελευταία, έχω χορτάσει από φιλίες τέτοιες, σε σημείο που αηδίασα με τον εαυτό μου τον ίδιο, για το πόσο εύπιστος είμαι..»

Άνθρωποι που σε κατηγορούν και σε θάβουν σε άλλους, παριστάνοντας τον φίλο μπροστά σου. Που σε θυμούνται μόνο όταν σε χρειάζονται, και σε ξεχνάνε τον υπόλοιπο καιρό. Που σου στέλνουν μηνύματα από αγγαρεία «για να μην λες«, και που όταν πας σπίτι τους αισθάνεσαι πως τους είσαι βάρος, παρείσακτος, πως λαχταράν να φύγεις όσο πιο σύντομα γίνεται.

Που σε κάνουν παρέα μέχρι να γνωρίσουν νέους φίλους, και μετά σε ξεχνάνε η σε κάνουν πέρα χωρίς λόγο, και χωρίς να έχουν τα κότσια να στο πουν κατά πρόσωπο.

Που προδίδουν μυστικά, πατώντας υποσχέσεις και όρκους, αρκεί να κάνουν τη δουλειά τους. Που το ψέμα και η αναλήθεια είναι το ψωμοτύρι τους.
Που αγνοούν επιδεικτικά τα τηλεφωνήματα η τα μηνύματά σου, ενώ τα είδαν.
Κι όταν τους το πεις, σαν παράπονο, σου λένε τις πιο πανηλίθιες δικαιολογίες που μπορεί να σκαρφιστεί το φτωχό τους μυαλό, λες και μιλάνε σε κανέναν με μειωμένο IQ..
Σε κάποιον ηλίθιο η σε κάποιον πνευματικά ανάπηρο.

Ναι Φίλε, είχες απόλυτο δίκιο.. Δεν είμαστε ίδιοι. Διαφέρουμε αφάνταστα..
Άλλο εμείς, κι άλλο αυτοί!

Advertisements