«Η Μπύρα του «Κεσάτη» ήταν πέρασμα όλων των γνωστών Αθηναίων. Συναντιόντουσαν εκεί τα μεσημεράκια για να πιούνε τα ορεκτικά τους και να τα πούνε. Τον ιδιοκτήτη της τον έλεγαν Βασίλειο Μάγκλαρη, αλλά το κέντρο είχε πάρει τ όνομά του από το παρατσούκλι του. Οταν οι θαμώνες τον ρωτούσαν πώς πάνε οι δουλειές, απαντούσε στερεότυπα: «Κεσάτια, κεσάτια!».
Ετσι κατέληξε να φωνάζουν κι αυτόν και το κέντρο του «Κεσάτη», κι όλοι τον αγαπούσαν, παρόλη την αξιοθρήνητη όψι του μαγαζιού του, με τους κόκκινους βελούδινους ξεθωριασμένους καναπέδες και τις τρύπιες σανίδες στο πάτωμα, όπου κινδύνευε κανείς να πέση.
Η Μπύρα του «Κεσάτη» ήταν ακριβώς στην οδό Πανεπιστημίου, πλάι στο σημερινό κέντρο του Ορφανίδη, όπου τώρα ο κινηματογράφος «Αθηναία». Ολη η χρυσή νεολαία της Αθήνας περνούσε από εκεί κάθε μεσημέρι. Κάποτε ο αξιωματικός του Ιππικού, Γεώργιος Μεταξάς, που τον φώναζαν όλοι χαϊδευτικά Τζουτζούκο, άρχισε να πειράζη τον γέρο-Κεσάτη και να τον ρωτάη γιατί δεν συγχρονίζει το μαγαζί του όπως το καινούργιο μπαρ που είχε ανοίξει στην οδό Σταδίου με τη Μαριγώ ο Απότσος. Αφού σκέφθηκε λίγο, απάντησε ο Κεσάτης:
– Αμ, κυρ-Τζουτζούκο μου, αν ξαναφτιάξω το μαγαζί μου με μάρμαρα και καθρέφτες, ο πρώτος που δε θα ξαναπατήση εδώ θα είσαι συ!
Ενα από τα παράπονα του Τζουτζούκου ήταν πως τη μόνη φορά που είχε τραυματισθή και μείνει τρεις μήνες στο Νοσοκομείο, ήταν γιατί τον είχε πλακώσει μια… ρομβία! Κάποτε ένας πλανόδιος μουσικός είχε στήσει τη ρομβία του στην οδόν Ομήρου και την είχε στερεώσει με μια πέτρα, για να μαζέψη με το δίσκο τις δεκάρες. Η πέτρα γλίστρησε, η ρομβία πήρε τον κατήφορο και πλάκωσε τον ίλαρχο Μεταξά, που ανύποπτος κατέβαινε από το σπίτι του, χαιρετώντας το μικρό γυιό του που υπεραγαπούσε…
Αλλοι θαμώνες του «Κεσάτη» ήταν οι αδελφοί Σακελλαρίδη, Ντιντίμ και Σακκές, πολύ αγαπητοί στους φίλους τους κι ευγενέστατοι πάντοτε, εκτός από τις στιγμές που μάλωναν μεταξύ τους μετά από κανένα ποτηράκι. Ο καβγάς γινόταν πάντα γαλλικά, ενώ αλλιώς μιλούσαν πάντα ελληνικά. Γέλαγε λοιπόν ο φίλος τους υποπλοίαρχος Τηλέμαχος Κουρμούλης.
– Αρχισαν τα γαλλικά, πάμε να τους χωρίσουμε! φώναζε…»
Δημήτριος Σκουζές στο βιβλίο «Η Αθήνα που έφυγε…» (1964)

Advertisements